Οικολογικές ευαισθησίες
Οικολογικές ευαισθησίες

αγωγη
Διαχέοντας τον Θεολογικό περί Οικολογίας λόγο στο πλήρωμα της Εκκλησίας

Άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ
του Πρωτοπρεσβυτέρου π.Παναγιώτη Καποδίστρια, Διδάσκοντα στο Τμήμα Τεχνολογίας Περιβάλλοντος και Οικολογίας Α.Τ.Ε.Ι. Ιονίων Νήσων

«Ο άνθρωπος δίχως τον κόσμο και ο κόσμος δίχως τον άνθρωπο δεν έχουν λόγο υπάρξεως»

Όσοι με ειλικρινή πρόθεση εμβαθύνουν στα προβλήματα της καθημερινότητάς μας παραδέχονται πλέον ότι το οικολογικό δεν αποτελεί απλά και μόνον ένα πολύ μεγάλο σύγχρονο πρόβλημα, αλλά θα συνοδεύει τον πλανήτη μας και στο μέλλον, εάν και εφόσον θα υπάρξει το όποιο μέλλον... Κάποιοι άλλοι όμως, μάλλον εθελοτυφλούντες, θεωρούν το ζήτημα ως αμελητέα παρωνυχίδα κι εν πολλοίς υπερβολή των ποικίλων παραφυάδων οικολογούντων, οι οποίες αναφύονται ευκαίρως ακαίρως ανά τον κόσμο, οπότε επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους σε άλλες πτυχές της τρέχουσας καθημερινότητας, πασχίζοντας να επουλώσουν άλλου είδους αιμάσσοντα τραύματα, όπως -λόγου χάριν- εσχάτως η κρίση στην οικονομία. Όμως η κατεξοχήν πληγή είναι αυτή που απειλεί συνολικά τον πλανήτη και -ατυχώς- δεν θεραπεύεται με ημίμετρα ή τρόπους μαγικούς. Τα άλλα επιμέρους -όχι ευκαταφρόνητα- κοινωνικοπολιτικά προβλήματα θα βρουν δυνάμει τη λύση τους κάποια στιγμή μες από τις ανάλογες οδυνηρές, πλην αναγκαίες, ζυμώσεις ή ανατροπές, όμως ο κίνδυνος για την ίδια την ύπαρξη επάνω στον πλανήτη μας (την δική μας ύπαρξη δηλαδή), ως κορυφαίο κοινωνικοπολιτικό πρόβλημα, αποτελεί τον πλέον επίφοβο εχθρό μας. Κατά τον James Lovelock «είμαστε σαν το άμυαλο και επιπόλαιο παιδί μιας οικογένειας που καταστρέφει τα πάντα στο σπίτι και πιστεύει ότι αρκεί απλά να ζητήσει συγνώμη» .

Από πλευράς εκκλησιαστικής και δη ορθόδοξης, για λόγους που υπαγορεύονται από αυτή την ίδια τη φύση της Εκκλησίας ως θεοΐδρυτου οργανισμού με κεφαλή τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος είναι «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» , δεν μπορούν και δεν δικαιούνται τα μέλη της να κωφεύουν ή να μεριμνούν περί πολλά άλλα, υπεκφεύγοντας τη σκληρότητα της πραγματικότητας. Αντίθετα, έχουν συνείδηση ότι πρέπει να υποδεικνύουν ως προς τα περιβαλλοντικά θέματα το πώς πρέπει να βηματίσει ο σύγχρονος άνθρωπος στην ασφαλή «οδό», πώς να κατορθώσει την διασώζουσα «αλήθεια» και πώς να διατηρήσει ακμαία την όντως «ζωή». Με άλλους λόγους, να υποδεικνύουν σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας τον δρόμο (συχνά μονόδρομο) της χριστιανικής εσχατολογίας, πολύ περισσότερο μάλιστα σε ζητήματα περιβαλλοντικά, τα οποία απαιτούν άμεση αντιμετώπιση και λύσεις καινοτόμες, δίχως στρουθοκαμηλισμούς.

Δεν παύει επ' ουδενί ο εκκλησιαστικός άνθρωπος να διαβλέπει, πίσω από κάθε στοιχείο της φύσης που τον περιβάλλει, την ποιητική πνοή του Δημιουργού Θεού, αλλά συνάμα την προνοιακή του διάθεση επί των όλων πλασμάτων Του, νυχθημερόν και ακαταπαύστως. Αφορμώμενοι από αυτή την οντολογική πεποίθηση και θεμελιακή αφετηρία, εστιάζεται το ενδιαφέρον στην επιστροφή του ανθρώπου και των σύγχρονων κοινωνιών μας στο «αρχαίον κάλλον» και στο απωλεσμένο προπτωτικό πολίτευμά μας. Ο τόπος, όπου διαδραματίζονται οι φθορές του φυσικού περιβάλλοντος, είναι χώροι όπου υπεισήλθε, επωάσθηκε και προόδευσε το μικρόβιο του παρα-λόγου, ως έκπτωση του ανθρώπου και από τη λογική και από τη σχέση του με αυτόν τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, ο Οποίος εν χρόνω ντύθηκε τη χοϊκότητα των πλασμάτων, ώστε να τα επαναφέρει στη φυσική τους κατάσταση, αμνηστεύοντας τη σαλότητα των αποστατημένων και αποκαθιστώντας την κοσμική τάξη στην προπτωτική της ισορροπία . Που σημαίνει ότι ο χριστιανικός παράδεισος ουδεμία έχει σχέση με τον περιτρέχοντα κόσμο, όπως αυτός αμαυρώνεται και παραμορφώνεται, εξαιτίας των εξουθενωτικών επεμβάσεων του σύγχρονου ανθρώπου.

Οι ανωτέρω θέσεις συνεπάγονται ότι η Χριστιανική Κοσμολογία και Ανθρωπολογία δύναται και οφείλει (ή μάλλον είναι αναγκασμένη) να συνεργασθεί άριστα με τους Οικολόγους των διαφόρων θεωρήσεων και κοσμοθεωριών. Σε αυτή της τη συνάντηση χρειάζεται ασφαλώς να είναι ιδιαίτερα προσεκτική ως προς τον εκάστοτε συνομιλητή της, δεδομένου ότι υπό το αθώο ένδυμα του οικολογείν κυκλοφορούν παγκοσμίως αρκετές ιμπεριαλιστικές, λαϊκίστικες, υστερόβουλες και πάντως ιδιοτελείς κινήσεις ή οργανώσεις.

Συναγερμός ευαισθητοποίησης

Η Διοικούσα Ορθόδοξη Εκκλησία εργάζεται σε ικανοποιητικό βαθμό για μιαν ειλικρινή και ανυστερόβουλη συνάντηση των διαφόρων συνιστωσών του δημόσιου βίου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Μητέρα και Προκαθημένη των Εκκλησιών, πρωτοπορεί και πρωτοστατεί κατά την τελευταία εικοσαετία, όπως έχει άλλωστε καθήκον . Το ιερό Κέντρο της Ορθοδοξίας διαπιστώνει το παμμέγιστο πρόβλημα του πλανήτη, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου όσο δυναμικότερα μπορεί, συνεγείρει θεσμικούς παράγοντες των κρατών και άρχοντες του κόσμου, προτείνει λύσεις εφικτές, όχι ως λόγο μιας εφήμερης αυτοπροβολής στα φώτα της επικαιρότητας, αλλά θεμελιωμένον στον αγιογραφικό και αγιοπατερικό λόγο, τον οποίον ούτως ή άλλως (πρέπει να) εκφράζει. Τούτη η θεολογία είναι δομημένη ούτως ώστε, δίχως ν' αποβαίνει σε κακώς εννοούμενη εκκοσμίκευση, να μπορεί να συναντηθεί φιλικά και αποτελεσματικά με τον λόγο όλων των άλλων έγκριτων ομολογιών, θρησκειών, πολιτικών τάσεων, φιλοσοφικών ρευμάτων και κάθε λογής καλοπροαίρετων δημοσιολόγων. Κάθε εχέφρων εκκλησιαστικός άνθρωπος ουδόλως λησμονεί σε κάθε του έκφανση, το παύλειο εκείνο: «τοις πάσι γέγονα τα πάντα ίνα πάντως τινάς σώσω» .

Παρά το ότι οι πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου αφορούν στην Οικουμένη, εννοείται ότι πρωτίστως απευθύνονται (με συμβουλευτικό ή προτρεπτικό τρόπο) στα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα οποία πλειστάκις συλλαμβάνονται ν' απέχουν πολύ από τη θεωρία στην πράξη. Είναι αδήριτη ανάγκη ο λόγος αυτός να υιοθετηθεί και, με όση θερμότητα απαιτείται, να διαδοθεί από τις τοπικές Συνόδους έως και τη μικρότερη Ενορία. Εάν πράγματι παραδεχόμαστε ότι η Ενορία αποτελεί το κύτταρο του εκκλησιαστικού Σώματος, τότε εκεί κατά βάσιν, στον πρωτογενή αυτόν τόπο, χρειάζεται να μεταστοιχειωθεί ο λόγος σε τρόπο διεξόδου από το θλιβερό αδιέξοδο του σύγχρονου περιβαλλοντικού λαβυρίνθου. Με την ευαισθητοποίηση αυτής της πρωτογενούς κοινωνικής συλλογικότητας μπορούμε να παρέμβουμε ουσιαστικά και να δράσουμε διασωστικά, στοχεύοντας -το κατά δύναμιν- στην παρεμπόδιση των οικολογικών εκτροπών.

Το οικολογικό πρόβλημα δεν στοιχειοθετείται μονάχα ως παράγωγο των εγκλημάτων, τα οποία προξενούν οι διάφοροι επώνυμοι και μεγαλοσχήμονες έμποροι των εθνών, αλλά γεννάται και ογκούται παράλληλα εξαιτίας των μικρών παρασπονδιών της καθημερινότητας . Για παράδειγμα, η περιβαλλοντική αστοχία κυμαίνεται από το πεταμένο κουτί του αναψυκτικού στο διπλανό μας χαντάκι έως την άχρηστη παλιά μας τηλεόραση παραπέρα- από το πλαστικό ποτήρι που πετάξαμε απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου έως τα φυτοφάρμακα του γείτονα στη φυτική παραγωγή του- από το «αθώο» κάπνισμα, τους ρύπους των αναίτιων μετακινήσεων με το δεύτερο ή τρίτο αυτοκίνητό μας ή το «καθιερωμένο» κυνήγι πουλιών και ζώων έως τα κάθε λογής απόβλητα των βιομηχανιών. Αυτά και πλείστα άλλα -ων ουκ έστιν αριθμός- μικρά ή μεγαλύτερα οικολογικά ατοπήματα είναι εκείνα που συνθέτουν τραγικότροπα το ειδεχθές έγκλημα έναντι του πλανήτη και αυτής της ίδιας της ζωής επάνω σε αυτόν . Στον ενδεχόμενο προβληματισμό ενός εκάστου, εάν την ίδια ευθύνη έχουν π.χ. από τη μια πλευρά ο φορτηγατζής, ο οποίος ευκαίρως ακαίρως ρυπαίνει τη λεωφόρο και από την άλλη η όποια επιχείρηση παραγωγής ενέργειας, η οποία δηλητηριάζει έως θανάτου την ατμόσφαιρα στην Πτολεμαΐδα ή τη Μεγαλόπολη, θ' απαντήσουμε ότι έχουν πράγματι αναλογική την ευθύνη, επειδή ακριβώς το πρώτο και φαινομενικά ανεπαίσθητο και ανώδυνο οδηγεί (δεδομένων κάποιων ειδικών και συγκεκριμένων συνθηκών) στα δεύτερα, μεγάλα και φρικτά δεινά...

Οι τοπικές Εκκλησίες δια των Επισκόπων και των Πρεσβυτέρων τους έχουν πλέον αυτή την υποχρέωση: Της πληροφόρησης - διαπαιδαγώγησης του λαού (του οποίου φέρουν την ποιμαντική ευθύνη) ως προς τις βαθύτερες αιτίες των οικολογικών επιπτώσεων. Εάν όντως επιθυμούν να υπηρετούν θεοπρεπώς τον άνθρωπο, εκπροσωπώντας μάλιστα επί γης τον Χριστό ως «οδό» και «αλήθεια» και «ζωή», τότε θα υποδείξουν αφ' ενός μεν τον πρωταίτιο του κακού, που δεν είναι άλλος από τον «παρά φύσιν» πολιτευόμενον άνθρωπο, όχι κάποιον μακρινό ή φευγάτο, αλλ' αυτόν τον ίδιο με όνομα κι επώνυμο, αφ' ετέρου δε, με τρόπο συμβουλευτικής πειθούς, θα καταδείξουν το αληθινό και συμφέρον φως στο τούνελ του Χαμού, θα διδάξουν πώς τα οικολογικά αποτυπώματά του χρειάζεται να γίνονται όλο και πιο ανεπαίσθητα ή και θα υψώσουν δημοσίως θεολογικό λόγο ως ακτιβιστική ενίοτε δράση (γιατί όχι;), όπου θα παρουσιασθεί χρεία.

Προβληματισμοί επί του πρακτέου και η μέχρι τώρα εμπειρία

Χαρακτηριστικά παραδείγματα επί των μέχρι τώρα προτεινομένων μπορούν ν' αναφερθούν δύο μόνον: Αφ' ενός μεν τα λεγόμενα «Αμφιλοχιακά», τα πεύκα δηλαδή εκείνα, που φυτεύτηκαν στη ιερά νήσο Πάτμο ως καρπός μετανοίας όσων εξομολογούντο στον Γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή (1888-1970) και κατά προτροπή του, αφ' ετέρου δε την περίπτωση ενός σύγχρονου ακτιβιστή ιερέα από τα Οινόφυτα Βοιωτίας, του παπα Γιάννη Οικονομίδη, με πολύχρονη δημόσια δράση απέναντι στις βιομηχανίες και τα συμφέροντα, που ρυπαίνουν τον Ποταμό Ασωπό, βραβευμένον ήδη (τον Δεκέμβριο του 2009) από την Ακαδημία Αθηνών για τις επαινετές και όντως ορθόδοξες (ασυνήθεις για ιερέα, σύμφωνα με την κατεστημένη νοοτροπία πολλών συμπλεγματικών ή αγοραφοβικών εκκλησιαστικών παραγόντων) πρωτοβουλίες του .

Βεβαίως τα εν λόγω παραδείγματα υποκρύπτουν και κάμποσους καίριους και οδυνηρούς προβληματισμούς επί του πρακτέου, οι οποίοι θα μπορούσαν να κωδικοποιηθούν ως εξής:

Κατά πόσον οι τοπικές Εκκλησίες είναι προετοιμασμένες σε επίπεδο κορυφής τους για δράσεις οικολογικής ευαισθητοποίησης ή προστασίας της καθημερινής ζωής μιας Ενορίας; Και όταν διατυπώνουμε λόγο περί Ενορίας στις ανατρεπτικές και πολυαπαιτητικές μέρες μας, συνιστά βεβαίως ένα μεγάλο άλλο πρόβλημα η μη συσπείρωση του λαού κάτω από την ποδηγεσία του ιερέα - πατέρα, ο οποίος συχνάκις δεν έχει το υπόβαθρο να είναι ούτε ιερέας μήτε πατέρας, εξαιτίας είτε της προσωπικής του πνευματικής καχεξίας, είτε της μη κατάρτισής του από τις ιερατικές - θεολογικές σχολές, όπου φοίτησε, για την αντιμετώπιση παρόμοιων κρίσεων.

Κατά πόσον οι κύκλοι με φονταμενταλιστική διάθεση, οι οποίοι δρουν -ατυχώς- εντός ή στο περιθώριο των ζωντανών Ενοριών περιχαρακώνοντάς τις ανεπίτρεπτα, θα τους επιτρέψουν ν' ανοιχθούν στις κατά τόπους κοινωνίες και όλες μαζί στον σύγχρονο κόσμο, για τέτοια «μοντέρνα» (τουτέστιν, για κάποιους, εξωβελιστέα) θέματα ;

Κατά πόσον ο επίσημος θεολογικός λόγος περί την Οικολογία διαχέεται στις μικρές ή απόμερες κοινωνίες, κυρίως στον ευαίσθητο χώρο της νεότητας (και όχι μόνον μες από τις λιγοστές οικολογικές νύξεις του μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία ) δια ποίων ειδικά πεπαιδευμένων ιερέων ή συνεργατών τους;

Άραγε, οι από άμβωνος ομιλίες των λαλίστατων κατά τα άλλα ιεροκηρύκων μας (κληρικών και λαϊκών) μπορούν να υπερασπισθούν πειστικά και αποφασιστικά το πάσχον (ή και θνήσκον) Περιβάλλον, με σοβαρότητα και παρρησία, δίχως να εκπίπτουν σε θρησκευτικά παραληρήματα, τα οποία ούτως ή άλλως εξοργίζουν ή τουλάχιστον αφήνουν παγερά αδιάφορα τους όσους ακόμη εκκλησιαζόμενους ;

Κατά πόσον θα μπορέσει η Ενορία, με τον προεστό της ιερέα και τα όσα δραστήρια μέλη την απαρτίζουν, ν' αντιμετωπίσουν ως ενεργοί πολίτες -ως άλλωστε οφείλουν- ένα τοπικό περιβαλλοντικό πρόβλημα που ενδεχομένως αναφύεται, δίχως να καταντούν άβουλοι ακροατές ή ενίοτε και απόκοσμοι τηλεθεατές των γειτονικών τους επιπτώσεων εξαιτίας του συγκεκριμένου προβλήματος ή δίχως να υπολογίζουν το όποιο μικρό ή μεγάλο κόστος από τις μικροαστικές ή επαρχιώτικες συγκρούσεις και απειλές που θα τεθούν σε πρώτο πλάνο;

Κατά πόσον οι υπεύθυνοι των κατά τόπους Μοναστηριών, οι οποίοι διαχειρίζονται συνήθως ικανές εκτάσεις γης (στις περισσότερες των περιπτώσεων δασικής) θα υπερβούν τον επίφοβο μικρόκοσμό τους, ορθώνοντας ξεκάθαρο «όχι» στις ενδεχόμενες δελεαστικές προτάσεις διαφόρων μεγαλοσυμφερόντων, τα οποία ορέγονται (για αξιοποίηση και αναβάθμιση δήθεν) τις πατροπαράδοτες πράσινες εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες, όπου -σε ύστατη ανάλυση- διασώζεται και θεραπεύεται το οικολογικό ιδεώδες ;

Παρά τους κάποιους αξιομνημόνευτους βηματισμούς, οι οποίοι ομολογουμένως έχουν ήδη κατορθωθεί ως προς την ποιμαντική δραστηριοποίηση της Ελλαδικής Εκκλησίας σχετικά με τα οικολογικά ζητήματα (ειδικές Συνοδικές Επιτροπές , Ημερίδες ή Συνέδρια , Εισηγήσεις , Ομιλίες , Εκθέσεις , Εκδόσεις , εποπτικό υλικό για Νεανικές Συντροφιές ή ένα υποδειγματικό Κέντρο Περιβαλλοντικής Αγωγής και Ευαισθητοποίησης της Αρχιεπισκοπής Αθηνών στη Βουλιαγμένη ) θεωρούμε μετά λόγου γνώσεως ότι η ευαισθητοποίηση που επιχειρείται δεν έχει διαχυθεί όσο θα χρειαζόταν από τα άνω προς τα κάτω, δηλαδή από την διοικούσα και την ποιμαίνουσα Εκκλησία στον λαό και την τρέχουσα καθημερινότητά του. Η ρίζα του κακού αποδεικνύεται -δυστυχώς- ανθεκτικότερη από τη σύνολη προσπάθειά μας. Οι επιμέρους κοινωνίες - ενορίες μας έχουν, άλλωστε, περιπέσει ήδη ως προς τούτο στην παγίδα του ρητορικού / ωχαδελφικού ερωτήματος, το οποίο μάλιστα δρα συχνότατα και ως υπεκφυγή: «Εμείς θα σώσουμε τον κόσμο;»

Προς μια διέξοδο από τον λαβύρινθο

Μια πειστική απάντηση, η οποία θα δράσει και ως αφύπνιση των χαυνωμένων συνειδήσεων του σύγχρονου κόσμου, αποτελεί ποιμαντική ευθύνη και προτεραιότητα και χρέος του εκκλησιαστικού μας λόγου:

- Ναι, εμείς θα σώσουμε τον κόσμο, εάν εμείς -εδώ και τώρα- ανακαλύψουμε και σεβασθούμε τον βηματισμό του Κτίστη πίσω από τα όντα του περιβάλλοντος- εάν αποδεχθούμε το αυτονόητο δικαίωμα του ζην και υπάρχειν στα μικρά, ταπεινά και παραθεωρημένα του φυσικού μας περιβάλλοντος ως παραγώγων της αγαπητικής διάθεσης του ίδιου Δημιουργού που έπλασε κι εμάς- εάν πρώτα και κύρια οικονομήσουμε τα περιπλεκόμενα θέματα του πλησιέστερου περιβάλλοντός μας , που είναι αυτή καθεαυτή η ψυχοσωματική μας οντότητα.

- Ναι, εμείς μπορούμε να σώσουμε τον Κόσμο! Επειδή, ως πρόσωπα που βιώνουμε λατρευτικά κι έμπρακτα το αναστάσιμο εκκλησιαστικό γεγονός, θα έχουμε παράλληλα διαφύγει την απελπισία της σκιάς του θανάτου, η οποία, εκφράζοντας την εσώτατη θανατίλα της ψυχής, επιθυμεί κάποτε την επέκταση ή και την διαιώνιση των οικοκαταστροφών, για να μπορεί να ευδοκιμεί και η ίδια ως αθέατη -πλην καταλυτικά παρούσα- πανδημία .

-Ναι, εμείς μπορούμε να σώσουμε τον Κόσμο! Έτσι η ενοριακή ζωή θα ξαναγίνει κοινοτική ζωή, οι Μητροπόλεις μας θ' αποκατασταθούν ως φυσικές (και όχι παρένθετες) μητέρες των πόλεών μας στοργικότατες, η δε «υγιαίνουσα διδασκαλία» μας θ' αναφανεί πολυσέβαστος συνομιλητής (όχι πλέον φτωχός ή και αποδιοπομπαίος συγγενής), επειδή ακριβώς θα προτείνει λύσεις ουσιώδεις (διαυγείς κι επαναστατικές, όπως ακριβώς είναι και ο αλογόκριτος λόγος του Ευαγγελίου) στα εφ' όλης της ύλης του κοινοτικού βίου desiderata των σύγχρονων κοινωνιών.

Πηγή: amen.gr